βλιχώδης

βλῑχ-ώδης, ες,
A clammy, sticky, of wounds or ulcers, Hp.VC19ap.Erot. (γλισχρῶδες codd.), cf. Archig. ap. Orib.46.23.3.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βλιχῶδες — βλιχώδης clammy masc/fem voc sg βλιχώδης clammy neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ώδης — ΝΜΑ β συνθετικό επιθέτων τής Αρχαίας Ελληνικής, που ανάγεται στο θέμα οδ τού ρήματος ὄζω* «έχω μυρωδιά, μυρίζω», με έκταση λόγω συνθέσεως. Η αρχική σημασία, ωστόσο, τού β συνθετικού διατηρείται σε ελάχιστα επίθετα στα οποία η σημασία τού α… …   Dictionary of Greek

  • πλιχώδης — ῶδες, Α ιατρ. αυτός που έχει ή τείνει να λάβει έκταση, ανάπτυξη. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. άλλος τ. τού βλιχώδης «γλοιώδης»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.